Καλώς ήρθατε στο website μας

 Αναζήτηση

Καλάθι Αγορών (άδειο)

Οι τελευταίες κριτικές
Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Η λίμνη :
"Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 404, 15.8.2009
Χρήστος Σιάφκος

Για τον απόλυτο παραλογισμό του πολέμου, όπου στην προσπάθεια για τη νίκη δεν υπολογίζεται το κόστος σε υλικά και το κυριότερο σ΄ ανθρώπινες ζωές, κι ακόμα για την αποικιοκρατία, που στο όνομά της οι μαύροι ήταν πλάσματα δεύτερης κατηγορίας, γράφει ο Αλεξ Κάπους στη «Λίμνη» (μετάφραση Ιωάννα Λεμπέση -Μουζακίτη, εκδόσεις Κονιδάρη).
Η λίμνη δεν είναι άλλη από την Τανγκανίκα, που γίνεται κι αυτή πεδίο μάχης με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πόλεμου, αφού περιτριγυρίζεται από αποικίες. Είναι οι Γερμανοί, οι Αγγλοι και οι Βέλγοι που αντιμάχονται για την κυριαρχία της, χρησιμοποιώντας μαύρους από τις ίδιες φυλές ως την αιχμή του δόρατος.

Ο αναγνώστης χάρη στον Κάπους διαβάζει την ιστορία και από τις δύο πλευρές. Και τη διαβάζει ως σουρεαλιστικό ανέκδοτο, αν δεν συνυπολογίσει το αίμα.

Λίγο πριν αρχίσουν οι συγκρούσεις στην Τανγκανίκα υπήρχαν μόνο δύο ατμοκίνητα καρυδότσουφλα, τα οποία εξοπλίστηκαν στη συνέχεια και άρχισαν να ναυμαχούν. Ομως υπήρχε πρόβλεψη, τουλάχιστον από τους Γερμανούς, οι οποίοι έχοντας ναυπηγήσει ένα σημαντικό σε μέγεθος σκάφος, το διέλυσαν και το έστειλαν στην Αφρική.

Με το τρένο και μέσα σε κιβώτια φτάνει στη λίμνη και οι τρεις ναυτικοί που το συνοδεύουν αρχίζουν την αργή και επίπονη εργασία της συναρμολόγησης.

Οι Αγγλοι από την πλευρά τους δεν αργούν να απαντήσουν, στέλνοντας περίπου με τον ίδιο τρόπο από το Λονδίνο δύο μικρές εξοπλισμένες θαλαμηγούς. Το μεγάλο γερμανικό ατμόπλοιο δεν θα μπει ποτέ στη μάχη, ενώ τα μικρότερα σκάφη θα διαλυθούν μέσα στα σύννεφα του καπνού που βγαίνουν από τις κάννες των ταχυβόλων τους. Εννοείται πως οι «καλοί» είναι οι Βρετανοί, που νικούν στο τέλος.

Ομως όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν οι χαρακτήρες: οι στρατιωτικοί, οι ορκισμένοι στο καθήκον, που στα κεφάλια τους πρυτανεύει η βλακεία, οι τρεις ναυπηγοί που προσπαθούν να επιβιώσουν από έναν πόλεμο που δεν είναι δικός τους, και οι μαύροι, άλλοτε ως υπερήφανοι πολεμιστές Μασάι κι άλλοτε ως φαντάροι που φορούν διαφορετικές στολές αναλόγως του ποιος έχει προλάβει να τους στρατολογήσει.

Υπάρχει, τέλος, ένας απίστευτος κυβερνήτης του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, που διηγείται συνήθως τις φανταστικές του περιπέτειες και κάνει ανελλιπώς το αφρόλουτρό του κάθε Τετάρτη απόγευμα, παρακολουθώντας με τα κιάλια του τον εχθρό να βολτάρει στην Τανγκανίκα.

Το βιβλίο αναδίδει συγκινητικά το άρωμα και τους ήχους της καρδιάς της Αφρικής, που δεν γνώριζε τα σύνορα πριν την τεμαχίσουν οι Ευρωπαίοι, και προβάλλει τον ανθρωπισμό στον παραλογισμό, τις μικρές χαρές της ζωής στην τρέλα του πολέμου, την υπερηφάνεια στη μισαλλοδοξία.

Και είναι απόλυτα ανθρωποκεντρικό, αφού παρ΄ ότι το έναυσμα για τη συγγραφή του το δίνει η Ιστορία, ο Κάπους (γεννημένος στη Γαλλία το 1961, ζει πια στην Ελβετία) επιμένει ότι με το πέρασμα των χρόνων συνειδητοποίησε πως αυτό που τον ενδιαφέρει είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να ζήσει με αξιοπρέπεια.

Το ξέρει καλά, αφού πριν στραφεί προς τη λογοτεχνία είχε περάσει από το σχολείο της δημοσιογραφίας, το οποίο προφανώς εγκατέλειψε νωρίς. Σημειώστε πως από τον «Κονιδάρη» κυκλοφορεί και το βιβλίο του «Ταξίδι στο Μούντσινγκερ».

Χρ. Σ.
23/10/2010 - 22:00

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Το βιολί του Άουσβιτς :
www.diavasame.gr, Δεκέμβριος 2009
Ευμορφία Ζήση

Η τέχνη απέναντι στη βαρβαρότητα

Η Μαρία Άντζελς Ανγλάδα, μία από τις πιο αξιόλογες συγγραφείς της καταλανικής λογοτεχνίας του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Ο αρχαίος ελληνικός και ρωμαϊκός κόσμος ζωντανεύει συχνά στα έργα της, που εκτείνονται από την ποίηση και το μυθιστόρημα μέχρι το διήγημα και το λογοτεχνικό δοκίμιο. Η ιστορία της Καταλωνίας αποτελεί μία από τις βασικές πηγές έμπνευσής της. Το πιο γνωστό της μυθιστόρημα, «Το βιολί του Άουσβιτς», έχει πουλήσει στην Καταλωνία περισσότερα από 100.000 αντίτυπα και έχει μεταφραστεί σε 12 γλώσσες.

Το σκηνικό της ιστορίας είναι ένα ζοφερό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τρίτου Ράιχ το 1944 στο Άουσβιτς. Περιγράφονται οι συνθήκες παραμονής των κρατουμένων στο στρατόπεδο. Στερήσεις, βασανιστήρια, εξευτελισμός, τιμωρίες και θανατώσεις. Οι άνθρωποι-αριθμοί βιώνουν τραγικές στιγμές, από τις οποίες απουσιάζει οτιδήποτε θυμίζει ανθρώπινο συναίσθημα. Ο Ντάνιελ, ένας Εβραίος κατασκευαστής οργάνων από την Κρακοβία, κατορθώνει να παρατείνει τη ζωή του δηλώνοντας ότι είναι ξυλουργός και έτσι του προσφέρεται εργασία. Η τραγικότητα του ήρωα αρχίζει να υφίσταται από τη στιγμή που ο διοικητής του στρατοπέδου, λάτρης της κλασικής μουσικής, του αναθέτει ως έργο την κατασκευή ενός βιολιού που να ηχεί όπως ένα Στραντιβάριους. Αυτό θα πρέπει να το κατασκευάσει σε συγκεκριμένο χρόνο που ο ίδιος δεν γνωρίζει. Επίσης δεν έχει ιδέα για το ποια θα είναι η τιμωρία του αν δεν τα καταφέρει. Ο ήρωας της ιστορίας συνειδητοποιεί ότι το βιολί είναι η μοναδική του σωτηρία. Θα καταφέρει να κατασκευάσει το βιολί και να εξαγοράσει τη ζωή του/

Η Μαρία Άντζελς Ανγλάδα συνθέτει μια ιστορία που προκαλεί συγκίνηση και ταυτόχρονα οργή για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ενημερώθηκε σε βάθος σε ό,τι αφορά τη δομή και τη λειτουργία τους. Τη βοήθησαν πολύ οι μαρτυρίες των επιζώντων και κάποια κλασικά έργα που σχετίζονταν με το θέμα. Το βιβλίο αυτό είναι ακόμη μια μορφή καταγγελίας για τις φριχτές συνέπειες που μπορεί να έχει για ένα λαό ο ακραίος ρατσισμός. Στην εξαθλίωση που μπορεί να φτάσει η ανθρώπινη φυλή αντιπαραθέτει την ομορφιά της τέχνης. Ο τραγικός ήρωας νικά μέσα από την τέχνη της μουσικής την απανθρωπιά και τη βαρβαρότητα. Νικητής βγαίνει ο άνθρωπος, καθώς η οποιαδήποτε εξαθλίωση του ανθρώπινου είδους δεν κατορθώνει να είναι ποτέ πιο δυνατή από τα ανθρώπινα συναισθήματα.



23/10/2010 - 21:53

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Το βιολί του Άουσβιτς :
"Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 581, 4.12.2009
Κωνσταντίνος Μπούρας

Οχι, δεν ήταν αλήθεια, -έτσι δεν είναι, Ντάνιελ/- πως η μουσική εξημερώνει τα θηρία. Ομως, τελικά, τα πάντα είναι τραγούδι... (σ. 188)

Ετσι τελειώνει το αριστουργηματικό, καταπληκτικό μυθιστόρημα της Καταλανής Μαρία Αντζελς Ανγλάδα (1930-1999), μεταφρασμένο στα ελληνικά από την Κλαίτη Σωτηριάδου, με έναν κατατοπιστικό πρόλογο από τον Εουζέμπι Αγιένσα, διευθυντή του Ινστιτούτου Θερβάντες της Αθήνας, που είναι και υπεύθυνος της έκδοσης των Απάντων της. Η σπουδαιότερη ίσως εκπρόσωπος της καταλανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, λάτρευε τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αφού είχε σπουδάσει Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης. Ενα της μυθιστόρημα με τίτλο «Σανδάλια από αφρό» (1985) εκτυλίσσεται στην ελληνιστική Ελλάδα (σ. 13). Ενα από τα πιο συχνά θέματα στα έργα της είναι η «καταγγελία της αδικίας» (σ. 15). Στο «Βιολί του Αουσβιτς», που γνώρισε μεγάλη επιτυχία και μεταφράστηκε σε δώδεκα γλώσσες, «το σκηνικό είναι ένα ζοφερό στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Τρίτου Ράιχ, στο οποίο ένας Εβραίος, κατασκευαστής εγχόρδων, προκειμένου να σωθεί, πρέπει να κατασκευάσει, σε συγκεκριμένο χρόνο που ο ίδιος δεν γνωρίζει, ένα βιολί που να ηχεί όπως ένα Στραντιβάριους» (σ. 17). Αυτός ο luthier (λουτιέ) δεν έχει να αντιπαλέψει μόνο τη σκληρότητα του ξύλου που χρησιμοποιεί ως πρώτο υλικό για να φτιάξει το πιο γλυκόλαλο βιολί που κατασκευάστηκε ποτέ σε συνθήκες αιχμαλωσίας, αλλά και τις καθημερινές ταπεινώσεις, την απ-ανθρωποποίηση στην οποία τους οδηγούν οι φιλόμουσοι, κατά τ΄ άλλα, δεσμοφύλακές τους. Η πείνα, η στέρηση βασικών ανθρώπινων αγαθών, όπως ο ύπνος, η διαρκής αντιπαλότητα του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης με το πανίσχυρο ένστικτο της αυτοκαταστροφής, η παράνοια των έκφυλων ναζιστών, η νοσταλγία της γυναίκας και της σπιτικής ζεστασιάς, όλα αυτά συμπλέκονται σε ένα κουβάρι που μόνο μία υπέρβαση της ζωής από την Τέχνη μπορεί να λύσει. Ο ταλαίπωρος έγκλειστος πρέπει να λησμονήσει τους πόνους στα χέρια, στο στομάχι, σε όλο του το κορμί, από τις βουρδουλιές και τις ταπεινώσεις, και να αρθεί πάνω από τη μίζερη πραγματικότητα, στις πλαγιές του μυθικού Παρνασσού, όπου οι Μούσες και οι Χάριτες τον συντροφεύουν, του τραγουδούν και του χορεύουν, για να τον εμπνεύσουν και να τον βοηθήσουν να φέρει σε πέρας την παραγγελία του αρχιβασανιστή, του Τέρατος. Οπως στους άθλους του Ηρακλή, και στα παραμύθια με τους δράκους και τα φυλακισμένα φτωχά ανθρώπινα όντα, μόνο το Εργο μπορεί να χαρίσει στον βασανισμένο την πολυπόθητη Ελευθερία, τη Ζωή και όλα τα αγαθά που αυτή συνεπάγεται. Βοηθός του κατασκευαστή εγχόρδων σε αυτή την απέλπιδα προσπάθεια, ο βιολιστής, που θα δοκιμάσει το καινούριο όργανο ενώπιον απεχθούς ακροατηρίου, των ναζί και των φιλοναζιστών. Ενας φιλεύσπλαχνος συνεργάτης των ναζί θα βοηθήσει τον βιρτουόζο βιολιστή να ξεφύγει από τη φρίκη του στρατοπέδου, όχι όμως και τον ταλαίπωρο «λουτιέ». Χρόνια μετά τη δίκη της Νυρεμβέργης και την καταδίκη σε θάνατο των ναζί εγκληματιών πολέμου ο βιολιστής θα συναντήσει την υιοθετημένη κόρη του ανθρώπου που ολοκλήρωσε τον άθλο να κατασκευάσει σε συνθήκες αιχμαλωσίας ένα βιολί που να ηχεί σαν Στραντιβάριους και θα μάθει τα νέα του.

Η Μαρία Αντζελς Ανγλάδα είναι μάστορας του Λόγου. Κατέχει μια γερή φιλολογική αρματωσιά που της επιτρέπει να ονομάζει Αχέροντα το ποτάμι έξω από το απεχθές στρατόπεδο συγκέντρωσης. Κατέχει άριστα την τέχνη της μεταφοράς: Οπως ένα υπερβολικά μακρύ πανωφόρι που σέρνεται καταγής, έτσι πέρασαν αργά οι ώρες εκείνης της μέρας (σ. 82). Με λιτά μέσα και ελάχιστα επίθετα επιτυγχάνει να μεταφέρει τον αναγνώστη στην ασφυκτική ατμόσφαιρα ενός κολαστηρίου. Διαλέγει προσεκτικά τις λέξεις: ζήτησε από τον Θεό της σιωπής να εγκριθεί η εργασία του (σ. 77). Μέσα σε τρεις λέξεις («Θεός της σιωπής») εκφράζεται το άρρητο παράπονο του ταλαίπωρου Εβραίου: «Ιλί ιλί λαμά σαβαχθανί». Η συγγραφέας δεν αναλίσκει πολλές σταγόνες μελανιού ούτε ολόκληρες δεσμίδες χαρτιού για να εκφράσει την αίσθηση εγκατάλειψης του όντος από τον Δημιουργό του. Φιλοσοφεί σαν να περπατάει: Εδώ και μερικές μέρες είχε την έντονη εντύπωση πως όλα όσα του συνέβαιναν ήταν σαν ένα παιχνίδι (σ. 127). Για κάθε μία από αυτές τις φράσεις θα μπορούσαν να γραφούν δοκίμια επί δοκιμίων: Εμεινε ατέλειωτους μήνες εκεί μέσα, λες και ταλαντευόταν ανάμεσα στο να ζήσει ή να πεθάνει, στο σταυροδρόμι των δύο δρόμων (σ. 186). Αυτή η έκφραση στα ελληνικά δεν είναι και τόσο πετυχημένη. Ούτε άλλωστε και η επόμενη φράση ευτύχησε στη μετάφρασή της: Οι μέρες ήταν σαν χρόνια και οι μήνες σαν μέρες, όλα θάμπωναν σαν σε μια θολή ταινία (σ. 104). Θα μπορούσε άνετα να αποφευχθεί η κακόηχη παρήχηση του σίγμα, και να διορθωθεί ως εξής: Οι μέρες κυλούσαν σαν χρόνια και οι μήνες σαν ημέρες, όλα θάμπωναν όπως σε μια θολή ταινία. Επίσης, υπάρχει μια φράση στη σελίδα 65 που δεν βγάζει νόημα αν δεν προστεθούν μία λέξη («που») και δύο σημεία στίξης: Μου διέθεσαν τέσσερις γυναίκες για να ανακτήσουν τη θερμοκρασία τους οι κρατούμενοι[,] μέσω της ζωικής θερμότητας[, που] προέρχονταν από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρυκ. Ομως, ας μη μεμψιμοιρούμε. Το τέλειο είναι εχθρός του καλού. Ενα βιβλίο που αξίζει να μελετηθεί.
23/10/2010 - 21:48

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Το βιολί του Άουσβιτς :
"Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 422, 20.12.2009
Σταυρούλα Παπασπύρου, Παρή Σπίνου

Μια ιστορία γεμάτη λυρισμό και συναίσθημα εκτυλίσσεται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης του Τρίτου Ράιχ. Ο εβραίος κρατούμενος Ντάνιελ, κατασκευαστής εγχόρδων, υποβάλεται σε μια βασανιστική δοκιμασία από τον διοικητή του στρατοπέδου: πρέπει να δημιουργήσει σε συγκεκριμένο χρόνο ένα βιολί που να ηχεί όπως ένα Στραντιβάριους. Από τις πιο αξιόλογες συγγραφείς της καταλανικής λογοτεχνίας, η Ανγλάδα μεταφράζεται πρώτη φορά στην Ελλάδα.
23/10/2010 - 21:45

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Όλοι ελεύθεροι και ίσοι! :
"Τα Νέα"/ "Βιβλιοδρόμιο", 12.12.2009
Τάκης Θεοδωρόπουλος

Για τα ανθρώπινα δικαιώματα όλοι μιλούν, όσοι τα έχουν προσπαθούν να τα απολαύσουν όσο γίνεται περισσότερο και όσοι δεν τα έχουν τα διεκδικούν. Μπορεί όλοι να ξέρουμε ή να νομίζουμε ότι είμαστε όλοι ελεύθεροι και ίσοι, ελάχιστοι από εμάς όμως ξέρουν τι ακριβώς σημαίνει αυτό και γιατί μερικοί από εμάς είναι πιο ελεύθεροι και πιο ίσοι από τους άλλους. Με έναν πρόλογο της Διεθνούς Αμνηστίας, το βιβλίο καθοδηγεί τον αναγνώστη του στη Χάρτα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην ιστορία τους, το παρόν τους και σε ορισμένες από τις βασικές παραμέτρους τους. Άκρως διαφωτιστικό και εξαιρετικά χρηστικό.
23/10/2010 - 21:41

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Όλοι ελεύθεροι και ίσοι! :
"Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 592, 26.2.2010
Αλέξανδρος Στεργιόπουλος

Με νηφαλιότητα και χιουμοριστικές εικονογραφήσεις, που περιγράφουν άμεσα και γλαφυρά τα σημεία των καιρών, η συγγραφέας υιοθετεί μια γόνιμη και κριτική σκέψη απέναντι στην αντίληψη που κυριαρχεί στον σύγχρονο κόσμο για τα δικαιώματα του ανθρώπου.
23/10/2010 - 21:39

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Μπαχαρικά και Μεσαιωνική Φαντασία :
"Το Ποντίκι"/ "Βιβλιοπόντικας", 1.7.2010
Ξενοφών Μπρουντζάκης

Μοιάζει με τρέλα, με αλλόκοτη υπερβολή, με πρωτοφανή παραχάραξη της ιστορικής λογικής, ωστόσο τα μπαχαρικά –κυρίως το πιπέρι– είναι η πραγματική αιτία που κατηύθυνε τη μεσαιωνική Ευρώπη προς την περιπέτεια (για να προσδώσουμε μια πιο ποιητική ερμηνεία) ή τον επεκτατισμό (για να ερμηνεύσουμε τον καπιταλιστικό επεκτατισμό). Με δυο λόγια, η μανία που κυριαρχούσε στις κουζίνες για μπαχαρικά οδήγησε τον ευρωπαϊκό μεσαιωνικό κόσμο προς την ανακάλυψη του υπόλοιπου κόσμου. Εκεί δηλαδή που αυτά τα θαυμαστά μπαχαρικά, με τις εξωτικές μυρουδιές, φύονταν σε τόπους μαγικούς. Το βιβλίο ξεκινά από το 1000 περίπου έως το 1513, όταν οι Πορτογάλοι, δεινοί καραβοκύρηδες, ολοκλήρωσαν τις εξερευνήσεις τους στα Νησιά των Μπαχαρικών, νησιά που σήμερα αποτελούν την ανατολική Ινδονησία. Ο πόθος, η μόδα και η γεύση κινητοποίησαν ολόκληρες αυτοκρατορίες, άνοιξαν νέους εμπορικούς δρόμους, δημιούργησαν ανταγωνισμούς και πολέμους.
23/10/2010 - 21:33

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Μπαχαρικά και Μεσαιωνική Φαντασία :
Τα Νέα
10/7/2010

Το μήλον της Εριδος του Μεσαίωνα
Γράφει ο Δημήτρης Ν. Μανιάτης

Μια άγνωστη (και εξαιρετικά) ενδιαφέρουσα εκκίνηση του ευρωπαϊκού επεκτατισμού από το 1000-1513 ήτανεκτός από τα οικονομικά κριτήρια- η ανάγκη για μπαχαρικά!

Σε αυτό το ιστορικό συμπέρασμα καταλήγει ο Πολ Φρίντμαν- καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ- και με άξονα το πρωτότυπο θέμα ξεδιπλώνει τη μελέτη του γύρω από τις ιατρικές, γαστρονομικές και θρησκευτικές γνώσεις για το πολύτιμο και ιερό αγαθό του τότε κόσμου. Ετσι κι αλλιώς ο πόθος, η μόδα και η γεύση κινούν αυτοκρατορίες και άρα η επιθυμία των Ευρωπαίων (της αυγής της σύγχρονης περιόδου) να βρουν μία οδό προς τα μπαχαρικά, συγκαταλέγεται στις πιο σημαντικές δυνάμεις ώθησης που γνώρισε ο κόσμος. Αυτή η διαπίστωση- που εδράζεται στη συστηματική μελέτη και στην πολύχρονη συγκέντρωση πληροφοριών και έρευνας από τον συγγραφέα, κάτι που αποδεικνύεται και από τις σημειώσεις αλλά και τη βιβλιογραφία του σπουδαίου πονήματος- ισχύει και για άλλες ιστορικές περιόδους με μήλον της Εριδος και άλλα αγαθά. Η αξία των διαμαντιών, για παράδειγμα, διατάραξε τις αφρικανικές χώρες ενώ και το πετρέλαιο σήμερα συχνά έγινε η θρυαλλίδα πολεμικών συγκρούσεων και το όχημα για να αλλάξουν γεωπολιτικές ισορροπίες. Ετσι αντίστοιχα, το πάθος για μπαχαρικά πυροδότησε την έκρηξη της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας που με τη σειρά της επέδρασε στη δημογραφία, την πολιτική, τον πολιτισμό, την οικονομία και την οικολογία της τότε υφηλίου. Και μπορεί σήμερα τα μπαχαρικά να θεωρούνται συνηθισμένα (και να περιορίζονται στον κόσμο της κουζίνας), στα πρώτα χρόνια του Μεσαίωνα όμως η χρήση τους είχε πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, με αυτά καταπολεμούσαν ασθένειες, προήγαγαν την ευεξία και συνδέονταν ακόμη και με τελετουργίες της Εκκλησίας. Πάνω σε αυτή ακριβώς τη θεώρηση - αλλά και στη μόνιμη αναζήτηση του ευώδους και του εξωτικού που σήμερα μετασχηματίζεται στη μόδα της fusion κουζίνας στις δυτικές κοινωνίες- ο Φρίντμαν ζωγραφίζει τον καμβά της μεσαιωνικής κοινωνίας και δεν περιορίζει το εγχείρημά του σε μια ιστορικοκοινωνική μελέτη για ειδικούς, αλλά τη δίνει με μια λοξή συγγραφική «ματιά» που διαβάζεται απνευστί.
23/10/2010 - 21:30

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Μπαχαρικά και Μεσαιωνική Φαντασία :
Το Βήμα

Ενδιαφέρουσα μελέτη που μας ταξιδεύει στην ιστορία, στη γεωγραφία, στην οικονομία και στις γευστικές προτιμήσεις του Μεσαίωνα. Και μας αποκαλύπτει τους ποικίλους τρόπους χρήσης των μπαχαρικών: στην περίπλοκη μεσαιωνική κουζίνα, στην αντιμετώπιση των ασθενειών, στην προαγωγή της ευεξίας, αλλά και στον αρωματισμό σημαντικών τελετουργιών της Εκκλησίας.
23/10/2010 - 21:21

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Μπαχαρικά και Μεσαιωνική Φαντασία :
Καθημερινή
18/6/2010

Από την Εριφύλη Μαρωνίτη

Πιπέρι, κανέλα, άμπαρι ή μόσχος, μπαχαρικά κάθε λογής, εξωτικά και σπάνια ή πιο καθημερινά και συνήθη, κομμάτι της πραγματικότητας ή πυροδότης της φαντασίας, αναδεικνύονται στην εμπεριστατωμένη μελέτη του Φρίντμαν (καθηγητή Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Γέιλ) μοχλός αλλά και ερμηνευτικό εργαλείο της ιστορίας του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα. Πληθώρα γεύσεων, αρωμάτων αλλά και έρευνας και βιβλιογραφικών αναφορών συνθέτουν ένα αφηγηματικό παζλ, που δεν απευθύνεται μονάχα σε εξειδικευμένο κοινό.
23/10/2010 - 21:19

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Μπαχαρικά και Μεσαιωνική Φαντασία :
Καθημερινή
18/7/2010

Ιερά και αμαρτωλά μπαχαρικά
Πώς τα μικροσκοπικά κομμάτια ύλης άλλαξαν την όψη του κόσμου

Της Κατερινας Σχινα


Τι πιο παραμυθένιο από το άρωμα των μπαχαρικών: ηδυντικό καρύκευμα και αψύ οσφράδιο, μυρεψικό απόσταγμα και αρωματικό άρτυμα, η άμβρα, το βάλσαμο, η βανίλια, το μοσχολίβανο, ο μόσχος, η κανέλα, το κύμινο, το μπαχάρι, το πιπέρι βάζουν φωτιά στους γευστικούς κάλυκες, αποκαρώνουν την όσφρηση και επικυρώνουν τον μαγικό χαρακτήρα της φύσης. Σύμβολα κύρους ακριβά και ποθητά, εξωφρενικά προσοδοφόρα (το πιπέρι αγοραζόταν στην Ινδία έναντι τριών βενετσιάνικων δουκάτων, αλλά απέφερε ογδόντα δουκάτα στην Ευρώπη), ιερά και αμαρτωλά μαζί, τα μπαχαρικά οδήγησαν τους Ευρωπαίους στις πρώτες τους θαλασσοπόρες περιπέτειες, έφεραν τον Κολόμβο στην Αμερική, πυροδότησαν πολιτικές ίντριγκες και οικονομικές ανακατατάξεις, μεταμόρφωσαν τη θρησκεία και την επιστήμη, άλλαξαν την όψη του γνωστού κόσμου. Κι αν σήμερα κάθονται ήσυχα στα ράφια της κουζίνας μας έχοντας χάσει την ικανότητά τους να φλογίζουν τη φαντασία, αν είναι αδιανόητο να συλλάβουμε στις μέρες μας, απομαγευμένοι πια και κυνικοί, πόσες ζωές χάθηκαν και πόσες περιουσίες αποκτήθηκαν στην αναζήτησή τους, έρχεται ο ιστορικός του Γέιλ Πολ Φρίντμαν να μας θυμίσει τις διαδρομές μέσα από τις οποίες αυτά τα μικροσκοπικά κομμάτια οργανικής ύλης εγκαινίασαν την ιστορία των νέων χρόνων.

Πολλά μας μαθαίνει ο μεσαιωνολόγος Πολ Φρίντμαν στο βιβλίο του. Πώς ο μεσαιωνικός κόσμος, που τον λογαριάζουμε τραχύ και σκοτεινό, γοητευόταν από τα αρώματα και τις μυρωδιές αντιστοιχώντας τα στην πολύπλοκη μεσαιωνική ιδέα περί ισορροπίας των σωματικών χυμών και θεωρώντας ότι η χρήση των μπαχαρικών ήταν ενδεικτική για την αντιμετώπιση των επικίνδυνων ανισορροπιών που προκαλούν οι τροφές. Πώς τα αρώματα αποτέλεσαν σύμβολο θείας παρουσίας για τους πρώτους Χριστιανούς, μια και η όσφρηση, όντας λιγότερο υλική από την όραση, την ακοή και την αφή, ανακαλεί άμεσα το θείο. Και πώς οι άνθρωποι του Μεσαίωνα μαγείρευαν και γεύονταν τα εδέσματά τους.

Κανέλα, μοσχοκάρυδο και ζάχαρη καρύκευαν τα κύρια πιάτα των μεσαιωνικών συμποσίων, μαζί με μια σειρά πιπέρια - την αφρικάνικη μαλαγκέτα, το ινδικό μακρύκκοκο πιπέρι και τη γαλάνγκα, που σήμερα ενδημεί μόνο στην ταϊλανδέζικη κουζίνα, για να αρωματίσει λεπτόρρευστες σάλτσες συχνά βασισμένες στο γάλα του αμυγδάλου. Τα εδέσματα του συρμού παρασκευάζονταν με ιδιαίτερη φροντίδα για το χρώμα τους - γι’ αυτό λατρεύονταν η κανέλα και η ζαφορά. Και αντίθετα με την εντύπωσή μας για τα μεσαιωνικά τραπέζια, τα κρέατα δεν σερβίρονταν ψητά στη σχάρα, αλλά μαρινάρονταν και μαγειρεύονταν σε χαμηλές θερμοκρασίες ώρες ολόκληρες. Ομως ο Φρίντμαν, παρ’ ότι ιστορικός της τροφής, δεν θα καθυστερήσει τόσο στην κουζίνα. Θα περάσει στα αλχημιστικά εργαστήρια, στις κόγχες των εκκλησιών, στα αμπάρια των πλοίων. Θα μιλήσει για την αναζήτηση του παραδείσου στη γεύση των μπαχαρικών, για την ιαματική τους δράση, για τη χρήση τους από φαρμακοποιούς και τσαρλατάνους που πάλευαν ν’ ανακαλύψουν το ελιξίριο της ζωής. Και θα υφάνει έναν πλούσιο καμβά της ζωής στη μεσαιωνική Ευρώπη, διαλύοντας κραταιούς μύθους.

Λίγα μοσχοκάρυδα για ένα σακούλι χρυσό
Θυμάμαι μια πολύ μεταγενέστερη εγγραφή στα κιτάπια του πρώτου Ευρωπαίου ημερολογιογράφου, του Βρετανού Σάμουελ Πέπις. Με χρονολογία το 1665 καταγράφει μια μυστική συνάντησή του με ναυτικούς «σε μια ταβέρνα σκοτεινή», όπου αντάλλαξε ένα σακούλι χρυσάφι με μια μικρή ποσότητα μοσχοκάρυδων και γαρίφαλων. Θυμάμαι ακόμα τη συνταγή που δίνει ο Ρόμπερτ Μπέρτον στη θαυμαστή «Ανατομία της μελαγχολίας» του, «εγκεκριμένο φάρμακο για τη μωρία και κάθε ανάλογη ασθένεια του εγκεφάλου». Εκεί ένα «κεφάλι μοσχαριού που δεν πήγε ποτέ με προβατίνα» θα ψηθεί «με τα εξής μπαχάρια: κανέλα, πιπερόριζα, μοσχοκάρυδο, μασίς, γαρίφαλα» και θα παρασχεθεί στον άρρωστο για μέρες δεκατέσσερις. Βρισκόμαστε στα 1621· πέντε χρόνια νωρίτερα, ο Αγγλος καπετάνιος Ναθάνιελ Κούρτχοουπ έχει προσορμιστεί στο νησί Ρουν, τον «τόπο της μοσχοκαρυδιάς», του εξαίσια αρωματικού κάρυου, που θεωρούνταν ασφαλές ίαμα για την πανώλη. Εκείνη η ασθένεια που αποδεκάτιζε την Ευρώπη ξεκινούσε με ένα φτάρνισμα και τελείωνε με θάνατο. Η περιπέτεια των νεώτερων χρόνων ξεκίνησε με ένα ταξίδι για μυρωδικά και τελείωσε με τον διπλασιασμό του κόσμου.
23/10/2010 - 21:08

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Μπαχαρικά και Μεσαιωνική Φαντασία :
Αρχαιολογία on line

Τεύχος 116
Σεπτέμβριος 2010

Τα μπαχαρικά έχουν προσλάβει μυθικές
διαστάσεις στο συλλογικό ασυνείδητο. Ως
αποτέλεσμα συστηματικών περιηγήσεων σε
μακρινές χώρες ή στη φύση του δικού μας τό-
που, ο πειραματισμός για τον προσδιορισμό
της καλύτερης χρήσης των μπαχαρικών και
τελικά της γευστικής επιτυχίας εμπεριέχει την
αναζήτηση, τη φαντασία, τον αυτοσχεδιασμό
και την ανακάλυψη. Την παραπάνω αντίληψη
εκμεταλλεύεται ο Paul Freedman για να πε-
ριλάβει τη λέξη «φαντασία» στον τίτλο ενός
έργου που όμως μόνο απλοϊκό δεν είναι. Μέσα
από τα οκτώ κεφάλαια του βιβλίου αυτού, το
οποίο κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2008,
εξετάζεται το πώς μια ομάδα προϊόντων που
χρησιμοποιούνται βασικά ως παράγοντες αλ-
λαγής της γεύσης στις τροφές, άλλαξε τελικά
τον κόσμο οδηγώντας στην αναζήτηση νέων
γεωγραφικών συντεταγμένων, τη δημιουργία
εμπορικών δρόμων και αγορών και –μέσα από
πολέμους για το εμπόριο– αναδιαμόρφωσε τε-
λικά τον πολιτικό χάρτη.
Το βιβλίο ξεκινάει αναλύοντας τις αρετές
των μπαχαρικών και την πρόσληψή τους σε
επίπεδο καθημερινής ζωής. Έτσι, στα τρία
πρώτα κεφάλαια γίνεται ξεκάθαρη η πρωτεύ-
ουσα θέση τους στη μαγειρική του Μεσαίωνα
όπου η αλλαγή της μορφής και της γεύσης των
τροφών ήταν ζητούμενο – απόδειξη της επι-
δεξιότητας του μάγειρα και του πλούτου του
οικοδεσπότη. Ταυτόχρονα όμως, στις θρη-
σκόληπτες μεσαιωνικές κοινωνίες, το γόητρο
που προσέφερε η επίδειξη των πλούσια καρυ-
κευμένων δημιουργιών αποτελούσε σκάνδαλο
για τις αντιλήψεις της Εκκλησίας –μολονότι οι
ανώτεροι λειτουργοί της επιδίδονταν συχνά σε
σκανδαλώδεις γευστικούς μαραθώνιους– που
συνέδεσε τα μπαχαρικά με την αμαρτία και τη
μαγεία. Η τελευταία αυτή παράμετρος συν-
δέεται και με τη χρήση των μπαχαρικών για
ιατρικούς λόγους. Όλα τα παραπάνω όμως συ-
ντελούν ώστε η χρήση των μπαχαρικών να έχει
σημαντικές κοινωνικές αλλά και οικονομικές
διαστάσεις, αφού η ζήτηση οδήγησε τελικά σε
σημαντικές επενδύσεις και εμπορικές κινή-
σεις για την απόκτησή τους. Ήταν λοιπόν ανα-
μενόμενο η απώλειά τους, λόγω γεωπολιτικών
εξελίξεων, να προκαλέσει αντιδράσεις, θετικές
(εξερευνήσεις θαλασσοπόρων) και αρνητικές
(πολέμους). Οι πολιτικές αυτές παράμετροι
αναλύονται στα κεφάλαια 4-8, χωρίς όμως να
εκλείπουν πλήρως οι ανεκδοτολογικές μαρ-
τυρίες που περιγράφουν το παράδοξο της
μείωσης της ζήτησης στα καρυκεύματα τον
17ο αι. Ως συμπέρασμα ο συγγραφέας αποδί-
δει τη μείωση της ζήτησης των μπαχαρικών
σε δύο βασικούς παράγοντες: το διαχωρισμό
γαστρονομίας και φαρμακευτικής κατά τον
Διαφωτισμό και τη γνωριμία με τις μυθικές
μέχρι πρότινος πατρίδες των μπαχαρικών,
κάτι που εξασφάλισε την εύκολη πρόσβαση
σε αυτές (το «ξεθώριασμα […] του Κήπου της
Εδέμ» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη
σελ. 255). Οι παράγοντες αυτοί έφεραν την
πτώση των τιμών στα μπαχαρικά όπως και την
πτώση του γοήτρου των πιάτων που τα περι-
είχαν. Οι δυτικοί σεφ άρχισαν να επιδιώκουν
την ανάδειξη των φυσικών χαρακτηριστικών
των υλικών τους και να την προβάλλουν ως
υψηλή μαγειρική. Δεν παραλείπεται βέβαια
το γεγονός ότι τα μπαχαρικά συνέχισαν να
αποτελούν βασικό τμήμα της μαγειρικής των
Νέων Χωρών και της Ανατολής ενώ πρόσφα-
τα επανήλθαν στη μόδα ως τμήμα των συντα-
γών «φιούζιον», συμβόλου ενός νέου τύπου
κοσμοπολιτισμού που επιβάλλεται από την
πολυπολιτισμική μας κοινωνία.
Συνολικά, σε μόλις 246 σελίδες ο συγγρα-
φέας αναλύει ποικίλα κοινωνικά και ιστορικά
γεγονότα, ενώ οι παραπομπές, οι σημειώσεις
και μια πλούσια βιβλιογραφία συμπληρώνουν
χωρίς να κατακερματίζουν το κείμενο. Ένα
καλό δείγμα σαφήνειας και συνδυασμού του
εκλαϊκευμένου με το επιστημονικό.

Ζέτα Ξεκαλάκη
23/10/2010 - 21:04

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Ρωσικό Παράθυρο :
Diavasame.gr
23/10/2010

Μέσα από ένα ακίνητο βαγόνι ή ένα κινούμενο τρένο

Ο Ντράγκαν Βέλικιτς γεννήθηκε το 1953 στο Βελιγράδι. Σπούδασε Συγκριτική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Βελιγραδίου. Από το 1994 έως το 1999 ήταν συντάκτης των εκδόσεων του Radio B92 και αρθρογράφος. Το 2005 διετέλεσε πρεσβευτής της Σερβικής Δημοκρατίας στην Αυστρία. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Συγκαταλέγεται μεταξύ των σπουδαιότερων σύγχρονων συγγραφέων της Κεντρικής Ευρώπης. Για το «Ρωσικό Παράθυρο» τιμήθηκε το 2007 με το βραβείο Mesa-Selimovic και το 2008 με το Mitteleuropa. Για το ίδιο έργο έλαβε επίσης, το 2008, το βραβείο NIN, τη σπουδαιότερη λογοτεχνική διάκριση της Σερβίας.

Ο Ρούντι, γιος ενός επαρχιακού ανταποκριτή και μιας μοδίστρας θεατρικών κοστουμιών, έχει έρθει από τη Βοϊβοδίνα στο Βελιγράδι για να σπουδάσει ηθοποιός. Αποτυγχάνει, όμως, επανειλημμένα στις εισαγωγικές εξετάσεις της Ακαδημίας κι έτσι σπουδάζει γερμανική φιλολογία. Για να κερδίσει λίγα χρήματα, βγάζει περίπατο τον ανάπηρο μαέστρο Ντάνιελ. Όταν, σε κάποια από τις βόλτες τους, βλέπει το κορίτσι του, στην αγκαλιά ενός άλλου άνδρα, αποφασίζει να φύγει για τη Βουδαπέστη. Το βιβλίο εξιστορεί την περιπλάνησή του στις πόλεις και τα τοπία της ψυχής του έως ότου κατασταλάξει στο ποιος είναι και τι θέλει να κάνει. Η ζωή του ορίζεται από τη σχέση με τους γονείς του και κυρίως με τη μητέρα του, καθώς και με τις κοπέλες με τις οποίες συνδέεται. Αλλά και από τη γνωριμία του με ανθρώπους όπως ο συγγραφέας Κονστάντιν και η γυναίκα του, η Μαριάννα, και πολλούς άλλους. Ο Ρούντι παρατηρεί τις προσόψεις των κτιρίων, τους δρόμους, τους σταθμούς των πόλεων απ΄ όπου περνά. Ιχνηλατεί τις πορείες των ανθρώπων: του εμβληματικού Σέρβου μετανάστη Ράντογε Λάλοβιτς, για παράδειγμα, με την κόρη του οποίου έχει μια πολύ όμορφη και μάλλον καθοριστική σχέση. Τη Βουδαπέστη ακολουθεί το Μόναχο, το Μόναχο το Αμβούργο. Κι όταν φθάνει η ώρα, παίρνει πάλι το τρένο για να επιστρέψει. Γιατί «… ό,τι δεν πάρεις στην αρχή σε περιμένει στο τέλος» (σελ. 359). Η περιπλάνηση, ακόμα κι όταν κοιτάς μέσα από ένα ρωσικό παράθυρο, μπορεί να μην τελειώσει ποτέ.

Όπως ίσως θα έχει αντιληφθεί ο αναγνώστης, η πορεία του Ρούντι σημαδεύεται από εσωτερικές ανακαλύψεις σε κάθε σημείο της διαδρομής. Η εξέλιξη, όμως, της ιστορίας δεν είναι ακριβώς γραμμική: οι διαπιστώσεις επανέρχονται, ξανά και ξανά, διατυπωμένες από άλλα πρόσωπα ή από τον ίδιο τον Ρούντι. Οι εμπειρίες προστίθενται στα υλικά με τα οποία θα διαμορφώσει τη ζωή του. Προϋπάρχουν ορισμένες σταθερές – και η ανάγκη της ταξινόμησης, της συναρμολόγησης σε ένα σύνολο. Αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι ούτε προδιαγεγραμμένο ούτε οριστικό. Ο Ρούντι βιώνει τον έρωτα και την απογοήτευση, αναπολεί το παρελθόν της οικογένειάς του, ίσως και της διαμελισμένης χώρας του, ανακαλεί εικόνες και συναισθήματα που δοκίμαζε ως παιδί μέσα από το παράθυρο ενός ακίνητου βαγονιού ή ενός κινούμενου τρένου, εκπληρώνει εμμονές. Ζει και ταυτόχρονα σκέφτεται στην απεραντοσύνη του χρόνου. Με ποιητικό, όχι όμως και δυσνόητο τρόπο, χρησιμοποιώντας υπέροχες μεταφορές, ο Βέλικιτς καταγράφει την αβεβαιότητα του ήρωά του στο φόντο της δεκαετίας του ‘90.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη: «Σημειώσεις από τη ζωή ενός μικροαστού», «Τα τρένα», «Κάποιες άλλες ιστορίες». Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο δεύτερο μέρος, που είναι και το μεγαλύτερο και όπου η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη και χωρίζεται σε πολλά ολιγοσέλιδα κεφάλαια. Το πρώτο μέρος είναι η εξιστόρηση του Ντάνιελ που φαίνεται να μοιάζει αρκετά στον Ρούντι και το τρίτο οι σύντομες αφηγήσεις άλλων προσώπων του μυθιστορήματος. Το πρώτο και, κυρίως, το τρίτο μέρος, αν και καλογραμμένα, δεν προσθέτουν, κατά την άποψη της υπογράφουσας, στο κείμενο. Θα θέλαμε να σημειώσουμε, τέλος, ότι η μετάφραση έγινε απευθείας από τα σερβικά και επιχορηγήθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού της Σερβίας.
23/10/2010 - 20:49

Το μέλος Μάκης Κονιδάρης σχολίασε για το βιβλίο Ρωσικό Παράθυρο :
ΒΟΟΚ PRESS
Τριτη, 19 Οκτωβριου 2010 14:12


Της Έλενας Χουζούρη

Έχω την πεποίθηση ότι από τους Σέρβους συγγραφείς εκτός από την απόλαυση της ανάγνωσης παίρνουμε και μαθήματα «δημιουργικής γραφής! Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που κυκλοφορεί στα ελληνικά ένα σερβικό μυθιστόρημα.

Στη γραμμή του μοντερνισμού απαρέγκλιτα οι περισσότεροι -ο νομπελίστας Ίβο Άντριτς ανήκει μάλλον στην μειοψηφία των ρεαλιστών της παλιάς γενιάς- με άμεσες τις γαλλικές υπερεαλιστικές επιδράσεις του μεσοπολέμου και με απευθείας επαφές με τους Ευρωπαίους νεωτεριστές, οι Σέρβοι συγγραφείς δεν καταδέχτηκαν ποτέ να υπογράψουν τις απλοικές συνταγές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, άλλωστε στην πάλαι ποτέ τιτοική κραταιά Γιουγκοσλαβία φυσούσε ένας πιο φιλελεύθερος αέρας [αρκεί να μην ρίπιζε κατευθείαν το πρόσωπο του Αρχηγού]. Έτσι μπόρεσαν να επιζήσουν και να δημιουργήσουν σπουδαιότατοι συγγραφείς όπως ο Μέσα Σελίμοβιτς, ο Μίλοραν Πάβιτς, ο Ντανίλο Κις, και άλλοι νεώτεροι. Στους τελευταίους, - τους γεννημένους δηλαδή από τη δεκαετία του 1950 και μετά- ανήκει και ο Ντράγκαν Βέλικιτς [Βελιγράδι, 1953] ο οποίος εκτός από το γεγονός ότι τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από δέκα γλώσσες και ότι θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους συγγραφείς της Κεντρικής Ευρώπης [βραβείο Mitteleuropa 2008] υπήρξε και σφροδρός πολέμιος της μοιραίας για την Γιουγκοσλαβία μιλοσεβικικής εποχής. Συντάκτης και αρθρογράφος των εκδόσεων του περίφημου αντιμιλοσεβικικού Radio B92.

O ήρωας του πάντως στο «Ρωσικό παράθυρο» είναι ένας 25άρης ακριβώς εκείνης της εποχής. Μην φαντασθείτε όμως ότι ο Βέλικιτς τον βάζει να παρακολουθεί τις αμερικάνικες βόμβες να διαλύουν το κέντρο του Βελιγραδίου και να ορκίζεται αιώνια εκδίκηση. Όχι βέβαια. Άλλωστε κανένας σημαντικός Σέρβος συγγραφέας δεν θα καταδεχόταν να περιγράψει με τέτοιο χοντροκομμένο ρεαλισμό όσα οδυνηρά συνέβησαν το 1999 στη πατρίδα του. O Βέλικιτς πιστός στα δόγματα του νεωτερισμού δημιουργεί έναν νεαρό ήρωα που αμφιβάλλει για τα πάντα, αναρωτιέται για τα πάντα, ψάχνει διαρκώς αντιστοιχίες ανάμεσα στην προσωπική του ιστορία και στις ιστορίες των άλλων, προσπαθεί να αποφασίσει ποιον δρόμο θα ακολουθήσει και στην προσπάθειά του αυτή δεν αφήνει δρόμο για δρόμο που να μην τον πάρει.. Το σπουδαιότερο, ο Ρούντι Στούπαρ, από τα 19 του χρόνια που φεύγει από την γενέτειρά του, μια μουντή πληκτική κωμόπολη της Βοιβοντίνας για να πάει στο Βελιγράδι και από εκεί στη Βουδαπέστη, στο Μόναχο, στο Αμβούργο και να επιστρέψει στο Βελιγράδι 25άρης πια, προσπαθεί να καταλάβει ποιος είναι ο Ρούντι Στούπαρ και πώς θα νοηματοδοτήσει αυτό το όνομα και φυσικά τον άνθρωπο που το φέρει. Από την άποψη αυτή το μυθιστόρημα του Βέλικιτς μπορεί να διαβαστεί σαν μυθιστόρημα ενηλικίωσης. Αλλά και σαν μυθιστόρημα περιπλάνησης. Ακόμα και σαν μυθιστόρημα αυτογνωσίας.

Ο Ρούντι ξεκινά τις εσωτερικές του αναζητήσεις και τις εξωτερικές του περιπλανήσεις μετά την αποτυχία του στις εξετάσεις της Ακαδημίας Θεάτρου στο Βελιγράδι. Τι είναι όμως η υποκριτική/ Ένας άλλος τρόπος να βιώνουμε μέσα από τους ρόλους την πολλαπλότητα του εαυτού μας/ Αλλά και η ζωή δεν είναι ρόλοι που εναλλάσσονται/ Ποιοι είμαστε/ Εμείς μόνοι μας ή όλοι οι άλλοι/ Μήπως στα βάθη της συνείδησής μας κινείται ένας ολόκληρος στρατός συνομιλητών/ Μήπως αποτελούμαστε από τις λεπτομέρειες αλλότριων ιστοριών που διασταυρώνονται με τη δική μας/ Στη βάση αυτών των κομβικών ερωτημάτων προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό του και να περάσει στην ενηλικίωση ο ήρωας του Βέλικιτς. Πώς όμως/ O Σέρβος συγγραφέας οικοδομεί έναν, κυριολεκτικά, αφηγηματικό λαβύρινθο μέσα στον οποίο διαδραματίζεται τόσο η ιστορία του ήρωα όσο και οι ιστορίες των άλλων που εκείνος «ακούει» και εγκιβωτίζει μέσα στην δική του. Η αφηγηματική φωνή του ήρωα εμφανίζεται είτε να υποδύεται τις φωνές των άλλων τους οποίους κατά τις περιπλανήσεις του ανά τις κεντροευρωπαικές πόλεις συναντά, είτε να λειτουργεί ως φόντο χάριν των ενδοδιηγητικών αφηγηματικών φωνών. Δημιουργείται έτσι ένα αφηγηματικό παζλ που γίνεται ακόμη εντονότερο χάρη στην προυστική προσήλωση του συγγραφέα στην λεπτομέρεια.

Ένας ακόμη, άλλωστε, χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να δοθεί στο μυθιστόρημα του Βέλικιτς είναι «μυθιστόρημα της λεπτομέρειας», με αποτέλεσμα την δημιουργία μιας ιδιαίτερης γλωσσικής ποιητικής αλλά και μιας εξαιρετικής ατμόσφαιρας αποχρώσεων. Επιπρόσθετο στοιχείο: η δυνατή κειμενική παρουσία των πόλεων που λειτουργούν όχι απλώς ως σκηνικά αλλά συμμετέχουν στην αφήγηση. Νόβι-Σαντ, Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Μόναχο, Αμβούργο είναι πόλεις με ιδιαίτερες συνδηλώσεις τόσο για την ασταθή προσωπική ζωή του ήρωα όσο και την ίδια την μεγάλη Ιστορία της mittleuropa. Ιδιαίτερα Βελιγράδι και Βουδαπέστη –στο οποίο καταφεύγει ο ήρωας για να μην στρατευθεί και όπου τον βρίσκουν οι βομβαρδισμοί του ’99- είναι δυο κομβικές πόλεις για την Ιστορία της περιοχής από τη δεκαετία του 1940 έως στα τέλη του 20ου αιώνα. Ο ήρωας παρακολουθεί τους βομβαρδισμούς εναντίον της τότε γιουγκοσλαβικής πρωτεύουσας από την ουγγρική τηλεόραση, πληροφορίες έρχονται στ αυτιά του για δεκάδες χιλιάδες Σέρβους πρόσφυγες [και όχι «μετανάστες» που διάβασα στο βιβλίο] που καταφθάνουν στη Βουδαπέστη. Το Βελιγράδι καταγράφεται ως «σερβική Καζαμπλάνκα» σε άμεσο παραλληλισμό με την γνωστή κινηματογραφική. Κι όταν μετά από τις αλλεπάλληλες περιπλανήσεις του ο ήρωας επιστρέφει στο Βελιγράδι, έχει μετατραπεί σε μια κιβωτό φωνών, ακουσμάτων, πνευματικών και σωματικών συνομιλιών και συνευρέσεων, και πάνω απ’ όλα ιστοριών. Η πνευματική και σωματική ενηλικίωση του Ρούντι Στούπαρ ολοκληρώνεται με την ανακάλυψη του μοναδικού δρόμου που από εδώ και πέρα είναι προορισμένος να ακολουθήσει: Να γράφει ιστορίες, να γίνει συγγραφέας.

Το «Ρωσικό παράθυρο» είναι ένα μαγευτικό, απολαυστικό μυθιστόρημα με πολλαπλές αναγνώσεις, όχι όμως εύκολο σε όσους έχουν συνηθίσει στην γρήγορη δράση και στον ακόμη πιο γρήγορο και αποσπασματικό διάλογο [άσε που οι διάλογοι δεν περισσεύουν]. Σίγουρα δεν είναι μυθιστόρημα… ύπνου, το αντίθετο μάλιστα. Η μεταφράστρια Μαρία Κεσίνη, εκτός από κάποιος ελάχιστες παρεκτροπές, κατόρθωσε να σταθεί στο ύψος των υψηλών γλωσσικών απαιτήσεων του μυθιστορήματος.
23/10/2010 - 20:17

Το μέλος σχολίασε για το βιβλίο Το γράμμα που δεν πρόλαβα να γράψω :
Καταπληκτικό!Δεν σε αφήνει να το αφήσεις...
11/9/2009 - 15:25